Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Μαζί σου τίποτα δε θα είναι αρκετό...

 "Ώστε αυτό λοιπόν είναι η αγάπη? Κρυφά φιλιά στα μισοσκότεινα σοκάκια, ύποπτες συναντήσεις και ένοχα βλέμματα? Μοιρασμένες στα δύο ζωές και κλεμμένες αγάπες" αναρωτήθηκε η Σουζάνα ενώ γύριζε τις παρτιτούρες στο πιάνο της Ειρήνης. Τα μαθήματα συνεχίζονταν κανονικά, ήταν άλλωστε και μια ευκαιρία να βλέπει το Χριστόφορο στο φως της μέρας, χωρίς να νιώθει τη φωνή της συνείδησής της.
  Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και οι συναντήσεις τους γίνονταν όλο και λιγότερες λόγω του βεβαρημένου φόρτου εργασίας και των οικογενειακών υποχρεώσεων. Αλλά οι λιγοστές αυτές συναντήσεις φούντωναν όλο και περισσότερο το πάθος τους. ένα πάθος πρωτόγνωρο για την μέχρι τότε καταπιεσμένη Σουζάνα. Με τον Χριστόφορο μπορούσε να φέρεται άνετα, να μιλάει ακατάπαυστα και να κάνει πράγματα που πότε της δεν είχε φανταστεί. Ο απλός και στιβαρός χαρακτήρας του Χριστόφορου της ενέπνεε σιγουριά ώστε να απελευθερωθεί και να συνειδητοποιήσει την σεξουαλικότητα της. Μετά από καιρό επιτέλους κατάλαβε γιατί κρυφογελούσαν οι άλλες κοπέλες όταν συζητούσαν ψιθυριστά τις σεξουαλικές στους εμπειρίες. Καμιά φορά κιόλας έπιανε τον εαυτό της να χαμογελάει αμήχανα όταν γυρνούσε σπίτι μετά από την συνεύρεση τους και να φαντάζεται τι θα μπορούσε να κάνει για να εκπλήξει τον ακόρεστο Χριστόφορο.
   Η παραμονή των Χριστουγέννων βρήκε τη Σουζάνα στο πατρικό της με τον γέρο πατέρας της. Από τότε που τους παράτησε η μάνα της τις μέρες των γιορτών ένιωθε μελαγχολία αλλά παρηγορούταν με την σκέψη ότι αυτή η μελαγχολία πιάνει και τους άλλους. Φέτος ήταν διαφορετικά όμως. Ένιωθε και πάλι ότι κάποιος της στερεί την ευτυχία για μία ακόμη φορά. Η μοίρα ξανά της τραβούσε το χαλί κάτω από τα πόδια. η σκέψη ότι ο Χριστόφορος είναι με την οικογένεια του την γέμιζε πικρία και φθόνο ενώ ταυτόχρονα ντρεπόταν που σκεφτόταν τόσο πρόστυχα για μια γυναίκα που το μόνο κακό που της είχε κάνει ήταν να γνωρίσει τον έρωτα της ζωής της πριν από αυτή... Βγήκε έξω μήπως και ο παγωμένος αέρας της καθαρίσει τη σκέψη. Περπατούσε...... Ξαφνικά μια ψηλή γνώριμη φιγούρα της έκοψε την ανάσα, ο Χριστόφορος μαζί με την Μαριάνθη φορτωμένοι με σακούλες και τη μικρή Ειρήνη να στριφογυρίζει γύρω τους-η πινελιά στο σκηνικο της επίπλαστης οικογενειακής τους ευτυχίας. Στραβοκατάπιε, πήρε μια βαθιά ανάσα και τους χαιρέτησε θερμά. Η οικογένεια χαρούμενη ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. "Σουζάνα να έρθεις από το σπίτι να σε πληρώσω για τις ώρες της μικρής. Είναι γιορτινές μέρες , θα έχεις και υποχρεώσεις...." είπε η Μαριάνθη.
   Μπήκαν στο αρχοντικό, η Μαριάνθη κατευθύνθηκε στο γραφείο ενώ η μικρή Ειρήνη έτρεξε στο δωμάτιο κρατώντας τα δώρα της. "Ειρήνη μην τα ανοίξεις" φώναξε από το διάδρομο η Μαριάνθη "είναι για την πρωτοχρονιά αλλιώς ο Άγιος Βασίλης δε θα σου φέρει το κουκλόσπιτο που ζήτησες". Ο ήχος της φωνής της καλύφθηκε από το σκίσιμο του χαρτιού περιτυλίγματος... Ο Χριστοφόρος και η Σουζάνα  έμειναν να κοιτάζονται στη μέση του σαλονιού. Πρώτη μίλησε αυτή, "Χριστοφορε μόλις περάσουν οι μέρες των Χριστουγέννων θέλω να μιλήσουμε" ο Χριστόφορος έγνεψε καταφατικά και πριν προλάβει να αρθρώσει κουβέντα μπήκε η Μαριάνθη κρατώντας ένα λευκό φάκελο με την αμοιβή της Σουζάνας. Η Σουζάνα έσυρε τα βήματα της για το σπίτι-είχε αρχίσει να σουρουπώνει, το χιόνι σταμάτησε να πέφτει αλλά ήταν αρκετό για να στρώσει τους δρόμους της Αθήνας και γυάλιζε από το φως του φανοστάτη. Η Σουζάνα  χαμογέλασε συγκρατημένα, τουλάχιστον τον είδε, έστω και τυχαία.
   Την μέρα των Χριστουγέννων ξύπνησε ξημερώματα, στολίστηκε και πήγε στην εκκλησία. Όταν γύρισε έπεσε στο κρεβάτι και ξέσπασε σε λυγμούς. Ο ύπνος την πήρε με δάκρυά στα μάτια και εξουθενωμένη από το κλάμα.... Κατά το μεσημέρι κατάφερε να μαζέψει τα κομμάτια της ετοίμασε το γιορτινό τραπέζι για αυτήν, τον πατέρας της και 2-3 ξεχασμένους συγγενείς...

   Οι μέρες κύλησαν με επισκέψεις στο σόι του πατέρας της, άσκοπες αγορές της τελευταίας στιγμής και βόλτες στη γιορτινή πόλη. Στις 29 του μήνα βρέθηκε με τον Χριστόφορο για μία ακόμη φορά στο παρακμιακό εργένικο σπίτι του ξαδέρφου του. Αφου έκαναν έρωτα, αν ακαι δεν είχε αυτο στο μυαλό της η Σουζάνα άρχισε να του μιλάει:
"Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατασταση, αυτα τα Χριστουγεννα ήταν τα πιο δυσκολα της ζωης μου γνωριζοντας οτι δεν μπορω να σε έχω. Και δεν ειναι μόνο τα Χριστούγεννα, είναι όλες οι αργίες τα σαββατοκύριακα, όλες οι σημαντικές στιγμές στη ζωή σου που δε θα μπορέσω ποτέ να συμμετέχω. Δεν μπορώ να στα στερήσω ούτε να σου ζητήσω κάτι παραπάνω., Μαζί σου τίποτα δε θα ειναι αρκετό. Δεν μπορώ να έρχομαι δεύτερη. Καμιά φορα πειθω τον εαυτο μου οτι μπορει να αρκεστεί σε αυτη την υποτιθέμενη σχεση. Νιώθω οτι παρασιτώ στην ζωή σου και βαδίζω στη σκιά της πραγματικότητας....
  Ο Χριστόφορος σκοτείνιασε,"δεν την αγαπώ Σουζάνα, σιχαίνομαι τον εαυτο μου οταν ειμαι υποχρεωμένος να την ακουμπάω. Στην αρχή ίσως και να την ερωτεύτηκα, τώρα πια βλέπω στο πρόσωπο της όλα όσα μισώ και ποτέ μου δεν ήθελα. Μονο για το παιδί κάνω υπομονή, προσποιούμαι σε όλους τον πετυχημένο οικογενειάρχη αλλά το μονο που θέλω ειναι να τα παρατήσω όλα και να κανω μια καινούργια αρχή, Μαζί σου."
  Έσκυψε και την φίλησε απαλά στα χείλη..."Την πρωτοχρονιά ας φύγουμε μαζί όταν αλλάξει ο χρόνος... Να κάνουμε μια νέα αρχή... Τι λες?"

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Κοντευει 6....

"Θα σε περιμένω αύριο στις 6 έξω από το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία ", Η Σουζάνα έσφιξε στο στήθος της το σημείωμα του Χριστόφορου που βρήκε μέσα στο ντοσιέ με τις παρτιτούρες της και χαμογέλασε.

Κοντεύει 6, η Σουζάνα στέκεται υπομονετικά λίγο πιο πέρα από την είσοδο του ξενοδοχείου, κρατάει στα χέρια της μια πάνινη τσάντα με τα βιβλία της μουσικής. Έχει λίγο κρύο τώρα που μπήκε για τα καλά ο Δεκέμβρης. Τυλίγει και ξανατυλίγει το κασκόλ της γύρω από το λαιμό της κάνει ότι δήθεν φτιάχνει τα μαλλιά της για να περάσει η ώρα και σφίγγει νευρικά το λουρί της τσάντας.

Κοντεύει 6, ο κοντόχοντρος αστυνομικός την κοιτάει επίμονα, όχι γιατί του φαίνεται ύποπτη, τι ύποπτο άλλωστε θα μπορούσε να χει μια καλοντυμένη 30 άρα με βλέμμα γεμάτο αγωνία έξω από το Μ.Βρετανία; Αλλά έχει κάτι περίεργο αυτή η ψηλή μελαχρινή, κάτι στο θόλο της βλέμμα, ο τρόπος που δαγκώνει νευρικά τα χείλη της, που παίζει με το κασκόλ της. "Ραντεβουδάκι" σκέφτεται "και την έχει στήσει το παλικάρι". Κοντοστέκεται, χαμογελάει μόνος του και συνεχίζει στη Σταδίου.

Κοντεύει 6 και η καρδιά της Σουζάνας πάει να σπάσει από την αγωνιά και τρέμει στην υποψία ότι μπορεί να του έτυχε κάτι και να μην έρθει.

Κοντεύει 6 και οι πρώτες νιφάδες αρχίζουν να πέφτουν. Τα μάτια της βουρκώνουν από το κρύο και αναστενάζει απογοητευμένη.

Ανάμεσα στα δάκρυα της,από μακριά αρχίζει να φαίνεται η φιγούρα του Χριστόφορου τον αναγνωρίζει από το περπάτημα του, ζωηρό, με μια δόση παιδικότητας, σαν να προσπαθεί να συγκρατηθεί για να μην τρέξει προς το μέρος της. Όσο την πλησιάζει νιώθει να της κόβεται η ανάσα, σκουπίζει βιαστικά τα μάτια της και χαμογελάει. Δεν ανταλλάσσουν κουβέντα, δε χρειάζεται αυτή τη στιγμή οτιδήποτε να λέγαν θα αντηχούσε φτωχό, γυμνό και παράφωνο. Της πιάνει το παγωμένο της χέρι και αρχίζουν να περπατάνε. Κατευθύνονται ππρος το σπίτι του Παντελη, ενος ξαδερφου του Χριστόφορου από το νησί.Ο Παντελής όντας ναυτικός ελάχιστα έμενε στο σπίτι και άφηνε κατά καιρούς τα κλειδιά στο Χριστόφορο προκείμενου να το ανοίγει και να το αερίζει που και που....

Το σπίτι ήταν ένα ημιυπόγειο σε μια αμφιβολου ποιότητας γειτονιά. Το σαλόνι παλιό και το κόκκινο βελούδο από τα έπιπλα έχει τριφτεί από την πολυκαιρία, μια μικρή σκοτεινή κουζίνα λίγο πιο μέσα, που βλέπει στο φωταγωγό, και ένα υπνοδωμάτιο συμπληρώνουν τη μιζέρια του εργενικου σπιτιου. Η Σουζάνα νιώθει άβολα επειδή το σπίτι είναι ξένο. Διόλου δεν την ενοχλεί η κακόγουστη του διακόσμηση και τα κιτς ενθύμια στο σαλόνι  από τα πολλά ταξίδια του Παντελή. Ο Χριστόφορος της βγάζει τρυφερά το παλτό και το ακουμπάει σε μια καρέκλα.Με τα δυο του χέρια της πιάνει τα παγωμένα της μάγουλα και αρχίζει να τη φιλά. Ξεκινά απαλά, ίσα που τα χείλη του ακουμπούν στα δικά της. Δισταχτικά η Σουζάνα ανταποκρίνεται αφού αρχίζει να συνέρχεται από το κρύο. Τώρα το φιλί του γίνεται πιο έντονο, πιο γρήγορο και απαιτητικό. Σέρνει τα χέρια του μέσα από τα μαλλιά της, τα κατεβάζει στη μέση της και μετά στους γλουτούς της. Η Σουζάνα νιώθει το κορμί του να σκληραίνει και να κολλάει πάνω της,την ανάσα του καυτή και λαχανιασμένη στο αυτί της, τη στύση του ανάμεσα στα πόδια της. Καταλαβαίνει τι θέλει ο Χριστόφορος και είναι σχεδόν σίγουρη ότι θέλει και αυτή το ίδιο. Ανοίγει τα κουμπιά από το πουκάμισο του και του το βγάζει με ορμή. Ο Χριστόφορος την οδηγεί στο υπνοδωμάτιο και τη ρίχνει στο κρεβάτι. Βγάζει την μπλούζα και σηκώνει τη φούστα της και το εσώρουχο της. Καθώς διεισδύει μέσα της η Σουζάνα πνίγει ένα βογγητό πόνου. Ο Χριστόφορος την κοιτάει απορημένος και τρομαγμένος βλέπει το αιμα να κυλάει ανάμεσα στα πόδια της. Πετάγεται απορημένος...
"Είναι η πρωτη φορά που παω με άντρα"  ,ψέλλισε η Σουζάνα
"Μα ήσουν παντρεμένη ένα χρόνο , πως?" ρωτάει ξέπνοα ο Χριστόφορος,
"Με τον Λάζαρο δεν κάναμε ποτέ έρωτα, δεν με ακούμπησε , ούτε και εγώ το θέλησα"
"Επρεπε να μου το πεις, νιώθω τόσο άσχημα, αν ηξερα ότι ειναι έτσι δε  θα βιαζομουν , θα ήθελα αυτη η φορα ναι ναι ξεχωριστη για σενα" ειπε ο Χριστόφορος και βουρκωσε...
Η Σουζάνα χαμήλωσε το βλέμμα της και δάγκωσε αμήχανα τα χείλη της
"Σουζάνα γιατι δε με κοιτάς" είπε με σοβαρη φωνή ο Χριστόφορος. Η Σουζάνα πήρε βαθιά ανάσα, σήκωσε το βλέμμα της και με αποφασιστικότητα αποκρίθηκε
"Σε βλέπω..και .Θέλω να μάθεις τα πάντα για μένα..."

Ντυθηκαν και κάθησαν στο κρεβάτι. Η Σουζανα αρχισε να του διηγείται την γνωριμία και το γαμο της με το Λάζαρο, τη μέρα που της ανακοινωσε ότι ειναι ομοφυλόφιλος, του είπε για τον πατέρα της, τον τρόπο με τον οποίο τους εγκατέλειψε η μάνα της και τις αμφιβολίες της για τους άντρες. Μετά απο τη συζήτηση αποκοιμηθηκαν αγκαλια.
Όταν ξύπνησαν ήταν ήδη μεσάνυχτα... Άρχισαν να κάνουν έρωτα και τους βρήκε το ξημέρωμα ιδρωμένους και κατάκοπους να βαριανασαίνουν στο κρεβάτι....Ο Χριστόφορος πετάχτηκε αλαφιασμένος καθώς θυμήθηκε ότι η Μαριάνθη τον περίμενε...

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Σουζανα μέρος 5-Του πόθου το αγρίμι...

Μετά τον αποτυχημένο γάμο της και αφού αρνήθηκε την διατροφή από τον Λάζαρο, η Σουζάνα άρχισε να παραδίδει μαθήματα πιάνου σε κόρες εύπορων οικογενειών. Μία από αυτές ήταν η οχτάχρονη Ειρήνη, ένα καλοκάγαθο στρουμπουλό ατσούμπαλο κοριτσάκι, η μοναχοκόρη της Μαριάνθης κ του Χριστόφορου Αναστασιάδη, ιδιοκτήτες αλυσίδας επίπλων. Η απαιτητική Μαριάνθη ανίκανη να δεχτεί την έλλειψη ταλέντου της Ειρήνης άλλαζε τις απηυδισμένες δασκάλες τη μία μετά την άλλη προσφέροντας αδρά χρήματα. Η οικονομικές δυσκολίες ανάγκαζαν τη Σουζάνα να ακούει την μικρή Ειρήνη ναχτυπάει με τα κοντόχοντρα λουκανικοδάχτυλα τα πλήκτρα του πιάνου ασθμαίνοντας Αυτό και ο Χριστόφορος...Στην αρχη δεν τον πρόσεξε όταν της συστήθηκε, έδωσε το χέρι της, χαμογέλασε τυπικά και το τράβηξε πριν προλάβει να αισθανθεί τη θέρμη της χειραψίας. Δεν πρόσεξε τα κοφτερά του γκρι μάτια που την κοιτούσαν γεμάτα περιέργεια, τα σαρκώδη του μισάνοιχτα από θαυμασμό χείλη και τη στιβαρή κορμοστασιά του . Γιατί αν τα είχε προσέξει τότε ίσως και να είχε αρνηθεί να μπει σε αυτό το σπίτι και να προλάβει την τραγωδία που θα ακολουθούσε...

Τα μαθήματα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο, με τα πρώτα φύλλα να κιτρινίζουν και τα
ξεμυαλισμένα από τις καλοκαιρινές περιπέτειες παιδιά να επιστρέφουν στα δρύινα θρανία. Στην αρχή παρούσα στα μαθήματα ήταν και η Μαριάνθη για να επιβλέψει την πρόοδο της Ειρήνης. Καθόταν σε μια βελούδινη πολυθρόνα και ρουφούσε σιγανά το Earl Grey της. Μόλις εφησυχάστηκε για τις διδακτικές ικανότητες της Σουζάνας άρχισε σιγά σιγά να αποχωρεί με λίγες φίλες της στη βεράντα. Κάποιες φορές τα μαθήματα και ο Χριστοφόρος ο οποίος ήταν ένθερμος λάτρης του Μπετόβεν και του Βάγκνερ Σιγά σιγά η Σουζάνα άρχισε να τον παρατηρεί. Νέος, όμορφος, με νευρώδες σώμα, τόσο αταίριαστος με την πλαδαρή και ασπρουλή Μαριάνθη. Ένιωθε την μάτια του να την διαπερνά και να της καίει το δέρμα, αναριγούσε όταν έσκυβε τάχα για να δει τις παρτιτούρες και ασυναίσθητα απομακρυνόταν λες και αν την άγγιζε θα έπαιρνε φωτιά από τη θέρμη του κορμιού του. Και αυτό το άρωμα του... Βαρύ, ανδρικό της θύμιζε άγριο ζώο που μόλις είχε επιστρέψει από μια βόλτα σε καταπράσινο ρουμάνι.. Θυμάρι πεύκο και βουνίσιο αέρα. Πρώτη φορά ένιωθε ωμή σεξουαλική έλξη για άντρα και μάλιστα παντρεμένο.

Τα μαθήματα συνεχίζονταν καθημερινά σχεδόν. Η μικρή Ειρήνη με βλέμμα απογοήτευσης να βλέπει τα άλλα κοριτσάκια να παίζουν στο δρόμο τα ακόμη ζεστά απογεύματα του Σεπτέμβρη, η
Μαριάνθη να χασκογελά στον κήπο και τον Χριστόφορο να έρχεται όλο και πιο συχνά στο δωμάτιο για να παρακολουθεί τα μαθήματα εφευρίσκοντας κάθε φορά άλλες δικαιολογίες Και η Σουζάνα... να ροδοκοκκινίζει από πόθο όταν τον βλέπει αλλά να τον κοιτά στα μάτια χωρίς ντροπή αχόρταγα, αμίλητα,αγέρωχα.. Μόνο λίγες λέξεις αντάλλαξαν, τυπικές, περιττές και αποστασιοποιημένες Ευτυχώς η αγαθή Ειρήνη δεν έπαιρνε χαμπάρι τις λιγωμένες ματιές του πατέρα της και το βράχνιασμα στην φωνή της Σουζάνας. Αυτό που πάθαινε όταν ερεθιζόταν... Και μετά ο Χριστόφορος εξαφανίστηκε. Σταμάτησε να εμφανίζεται στα μαθήματα, από τη Μαριάνθη έμαθε ότι άρχισε να ασχολείται πάλι με την κατασκευή επίπλων. Γεγονός που είχε προκαλέσει και την εντύπωση της Μαριάνθης γιατί ο Χριστόφορος είχε να πιάσει στα χέρια του εργαλεία από τότε που γεννήθηκε η Ειρήνη.

Αρχές Νοεμβρίου ο Χριστοφορος και η Μαριάνθη κάλεσαν τη Σουζάνα στην έκθεση επίπλου της επιχείρησής τους. Το φημισμένο μαγαζί με τα πολυτελή έπιπλα άνηκε στον πατέρα της Μαριάνθης τον Διαμαντή Παπαδόπουλο. Εκεί είχε ξεκινήσει να δουλεύει ως ταλαντούχος επιπλοποιός ο Χριστόφορος. Με ένα ιδιαίτερο πάθος για τις σπάνιες ποικιλίες ξύλου και τα βαριά αριστοκρατικά σχέδια αμέσως τράβηξε την προσοχή του Διαμαντή ο νεαρός Συριανός μάστορας. Μετά από λίγο καιρό τον πάντρεψε με την κόρη του και τον όρισε διευθυντή της επιχείρησης του. Τα εγκαίνια της έκθεσης θα ήταν η ευκαιρία να παρουσιάσουν τα καινούργια έπιπλα του Χριστόφορου και να γίνει επίσημα πια η αποχώρηση του Διαμαντή από την επιχείρηση.

Την ημέρα την έκθεσης η
Σουζάνα προσπαθούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της που θα ξαναέβλεπε τον Χριστόφορο. Φόρεσε ένα σκούρο πράσινο φόρεμα που κολάκευε τη σιλουέτα της και άφησε κάτω τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Με το που μπήκε στον εκθεσιακό χώρο άρχισε να τον ψάχνει με αγωνία στο πλήθος. Χαιρέτησε την μικρή Ειρήνη που έτρεχε ανάμεσα στα έπιπλα με το καινούργιο κόκκινο φορεματάκι της και την Μαριάνθη να ξεχειλίζει από το χρυσό ντε πιες. Διέσχισε την αίθουσα και προχώρησε προς την πόρτα του εργαστηρίου. Μπήκε μέσα και ένιωσε δύο χέρια να την αρπάζουν από τη μέση και να την κολλάνε στον τοίχο. Μέσα στο μισοσκόταδο διέκρινε τα γκρί μάτια του Χριστόφορου να την κοιτάν με πάθος και ένιωσε τα ζεστά του χείλη να της σφραγίζουν τα δικά της. Τα πόδια της λύθηκαν ένιωσε μια θέρμη να την πλημμυρίζει τα πάντα γύρω της βούιζαν και ο χρόνος σταμάτησε σε εκείνο το φιλί..
Όταν συνήλθε είδε κόσμο γύρω της να την κοιτάει τρομαγμένος και κατάλαβε ότι είχε λιποθυμήσει Διέκρινε ανάμεσα στα άγνωστα πρόσωπα τον Χριστόφορο να της χαμογελάει αμυδρά και το ύποπτο βλέμμα του γεμάτο υποσχέσεις πάθους....

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2009

Σουζάνα (μέρος 4) Το γράμμα

Ο Λάζαρος με το που άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα έτρεξε τρομαγμένος στο μπάνιο, έβγαλε βιαστικά τα γυναικεία ρούχα μπήκε κατω από το ντους και άρχισε να ξεπλένει το μακιγιάζ από πάνω του. Ξέσπασε σε λυγμούς αναλογιζόμενος τι είχε κάνει και το πόσο κοντά έφτασε στο να αποκαλυφθεί το μυστικό του. Όταν το ζεστό νερό καθάρισε και το τελευταίο ίχνος ντροπής από πάνω του έπλυνε και τα ρούχα της Σουζάνας και τα άπλωσε.Όταν επέστρεψε η Σουζάνα ήδη είχε φύγει. Το βράδυ ξάπλωσαν μαζί με τη γυναίκα του αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί, η σκέψη του ήταν καρφωμένη στο γράμμα...

Το καλοκαίρι του 1955 η οικογένεια του Λάζαρου παραθέριζε όπως και κάθε χρόνο στην
Ύδρα, στο εξοχικό της γιαγιάς Περσεφόνης. Με ανυπομονησία περίμενε κάθε χρόνο να κλείσουν τα σχολεία και να ξεχυθεί στις παραλίες και την εξοχή. Εκείνο το χρόνο όμως η Γιαγιά ήταν αλλαγμένη. Είχε αδυνατίσει, είχε χάσει την παλιά της ζωντάνια και τα καλοσχηματισμένα χαρακτηριστικά της είχαν αλλοιωθεί. Δεν είχε κουράγιο να παίξει ούτε καν με τον Λάζαρο που του είχε τόση αδυναμία.Εκείνη τη μέρα καθόταν στη βεράντα, η μητέρα του διάβαζε ένα βιβλίο ενώ η Τέτα και ο Λάζαρος παίζαν με τους βόλους τους στο μαρμάρινο πάτωμα. Η Τέτα χτύπησε νευρικά έναν πορφυρό βόλο ό οποίος ξέφυγε από την πορεία του, και μπήκε μέσα στο σπίτι Ο Λάζαρος σηκώθηκε να τον βρει αλλά ήταν άφαντος. Άρχιζε να φωνάζει τη γιαγιά του μήπως τον είδε αλλά δεν άκουσε απάντηση... Από το δωμάτιο της γιαγιάς του ερχόταν ένα ψυχρό ρεύμα και τρομαχτική ησυχία. Μόνο ένας ήχος υπόκωφος, σαν γδούπος, σαν εκκρεμές.. Μπήκε μέσα και είδε το άψυχο κορμί της γιαγιάς του να κρέμεται από το φωτιστικό. Όταν τον βρήκε η μητέρα του τσίριζε υστερικά σαν χαμένος και δεν απαντούσε στις ερωτήσεις της. Του έδωσε μια δυνατή σφαλιάρα για να συνέλθει, αλλά μάταια. Ο μικρός Λάζαρος τσίριζε και έκλαιγε μέχρι που ήρθε ο γιατρό και του έκανε μια ηρεμιστική ένεση. Ακόμη μετά από χρόνια ο Λάζαρος ορκιζόταν ότι δε θυμόταν τίποτα πέρα από το λευκό αραχνοΰφαντο νυχτικό της να τρεμοπαίζει στον αέρα. Καμιά φορά έβλεπε εφιάλτες με τη γιαγιά του με μάτια άδεια τρομαχτικά να τον φωνάζει. Ξυπνούσε ιδρωμένος και τρομαγμένος και έκλαιγε. Άλλες φορές πάλι την έβλεπε όπως την θυμόταν, γλυκιά και στοργική να τον χαϊδεύει.. και ξυπνούσε με δάκρυα στα μάτια...

Μετά την κηδεία της Περσεφόνης βρήκε ένα σημείωμα κάτω από το μαξιλάρι του:
"
Αγαπημένε μου Λάζαρε, το ξέρω ότι απορείς γιατί έκανα κάτι τόσο αποτρόπαιο στον εαυτό μου. Ξέρω ότι θα ρωτήσεις τους γονείς σου και δε θα σου απαντήσουν , ότι θα ακούσεις πολλά για μένα και θα μπερδευτείς ακόμη περισσότερο. Η αλήθεια είναι μικρέ μου ότι είμαι άρρωστη, έχω καρκίνο στο στήθος μου. Οι γιατροί πιστεύουν ότι με την εγχείρηση μπορώ να σωθώ αλλά μετά τι? είμαι μια δειλή γυναίκα εγκλωβισμένη στη ματαιότητα μου. Δεν μπορώ να ζήσω ακρωτηριασμένη, δεν μπορώ να είμαι άσχημη και άρρωστη. Δεν έχω το κουράγιο να κάνω προσπάθεια ούτε για την οικογένεια μου ούτε καν για τον εαυτό μου. Αρνούμαι να δεχθώ την αρρώστια μου, αρνούμαι να δεχθώ το γήρας, την ασχήμια και το διαμελισμό μου. Η επιλογή μου είναι να δώσω τέλος στη ζωή μου είναι η τελευταία "ηρωική πράξη" που μπορώ να σκεφτώ μέσα στο πανικό και τον παραλογισμό μου. Σε παρακαλώ στη μετέπειτα ζωή σου να μην είσαι δειλός σαν τη γιαγιά σου αλλά να μπορείς να αντιμετωπίσεις τις δυσκολίες με αξιοπρέπεια και το δυναμισμό που δυστυχώς από τη φύση μου εγώ δεν έχω. Για μένα η λύση είναι το τέλος. Για σένα ας είναι η αλήθεια..."

Ο μικρός Λάζαρος τότε δεν μπορούσε να καταλάβει την πράξη της γιαγιάς του και δεν είπε σε κανέναν για το σημείωμα. Η μητέρα του δεν
ξαναμιλησε για το "συμβάν" και διέδιδε στον κόσμο ότι η Περσεφόνη πέθανε στον ύπνο της από την επάρατη νόσο. Καχυποψία υπήρχε από τον κόσμο αλλά κανείς δεν τόλμησε να μιλήσει ανοιχτά για το τι είχε συμβεί Και μέχρι εκείνο το βράδυ δεν είχε καταλάβει το καημό της γιαγιά του και τα λόγια στο τελευταίο ξεχωριστό της γράμμα. Την άλλη μέρα ανακοίνωσε στη Σουζάνα την αλήθεια για την ομοφυλοφιλία του και εκείνη τη δέχτηκε με προσποιητή αξιοπρέπεια αν και δεν εξεπλάγη. Το διαζύγιο βγήκε σχετικά γρήγορα και η Σουζάνα αρνήθηκε τη διατροφή. Έκτοτε τον είδε 2 φορές. Τη μία μαζί με τη καινούργια του σύζυγο, μια πανέμορφη και πάμφτωχη κοπέλα, προφανώς βιτρίνα για τον κοινωνικό του περίγυρο Τη δεύτερη φορά άκουσε για αυτόν στις ειδήσεις μετά από χρόνια. Κατηγορούνταν για το φόνο ενός πολύ γνωστού συγγραφέα, παράνομο εραστή του, γεγονός που μετέπειτα αποσιωπήθηκε επιμελώς αφού πρώτα συζητήθηκε στους κοσμικούς κύκλους της Αθήνας για κανένα μήνα....

Σουζάνα (μερος 3) Δεύρο έξω...

Ο Λάζαρος ήταν καθηγητής σε σχολή θεάτρου στο κέντρο Αθήνας. Είχε σπουδάσει Σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Παρίσι και επέστρεψε το 1971 στην Αθήνα, εν μέσω χούντας. Εκεί συναναστράφηκε με πολλούς Έλληνες, φοιτητές αρχικά και πολιτικούς πρόσφυγες μετέπειτα. Οι συζητήσεις τους περιστρέφονταν κυρίως γύρω από πολιτικά θέματα και παρά τις φιλότιμες προσπάθειές του και το ειλικρινές ενδιαφέρον του δεν μπορούσε να τις παρακολουθήσει Το εύπορο περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε ναι μεν ήταν ελαφρώς πολιτικοποιημένο αλλά δεν του είχαν ποτέ τεθεί στο μυαλό βιοποριστικά ζητήματα. Η πρώτη "πράξη επανάστασης" ήταν η επιλογή του να ακολουθήσει θεατρικές σπουδές παρά τις πιέσεις του πατέρα του να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση. Τελικά η μάνα του που του είχε ιδιαίτερη αδυναμία επενέβη και ο Σεπτέμβρης του 1964 βρήκε το Λάζαρο πρωτοετή στο Παρίσι και τον σύζυγο της αδερφής του της Τέτας να αναλαμβάνει την αλυσίδα σουπερμάρκετ

Ο Μάης του '68 συνεπήρε το Λάζαρο. Γοητευμένος από την κοκκινομάλλα και παθιασμένη Emilie άρχισε να την ακολουθεί σε πορείες διαδηλώσεις και συνελεύσεις. Το μήνυμα της κοινωνικής και πολιτική επανάστασης τον έκανε άλλο άνθρωπο. Άρχισε να συναναστρέφεται με καλλιτέχνες, διανοούμενος,αιώνιους φοιτητές, καταραμένους ποιητές και να πειραματίζεται με ουσίες, αλκοόλ και όχι μόνο. Πόσα πρωινά ξύπνησε πλάι σε άγνωστες φιγούρες,την Emilie να ροχαλίζει αγκαλιά με έναν άγνωστο μακρυμάλλη, με ξένα ρούχα και το μυαλό του θολωμένο να προσπαθεί μάταια να θυμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Με τον καιρό βέβαια άρχισε να βαριέται τα ξενύχτια και τις καταχρήσεις,η Emilie τον κούραζε με την υπερκινητικότητα και τις νευρώσεις της, και το σεξ μαζί της ήταν αβάσταχτο αν δεν είχε πιει πρώτα μια γερή δόση αλκοόλ και παραμελούσε τις σπουδές του. Η κραιπάλη του ρουφούσε όλη την ενέργεια και τη δημιουργικότητα του και έχασε πολύτιμο χρόνο από τις σπουδές του. Κυρίως οι υποψίες για την αμφισβητήσιμη σεξουαλικότητα του άρχισαν να επιβεβαιώνονται όλο και περισσότερο. Η πρωτόγνωρη ελευθερία που βίωνε στο Παρίσι τον έκανε να αναθεωρήσει τον τρόπο ζωής του στην Ελλάδα. Μακριά από την υπερπροστατευτική του μητέρα και τον αδιάφορο πατέρα του βρήκε τη δύναμη να συνειδητοποιήσει την αληθινή του ταυτότητα αλλά ακόμη είχε πολύ δρόμο μέχρι να την αποδεχτεί. Αφού χώρισε με συνοπτικές διαδικασίες την Emilie μετακόμισε και αφοσιώθηκε στο διάβασμά του. Πήρε το πτυχίο του και επέστρεψε στην Ελλάδα.

Τη Σουζάνα τη γνώρισε σε ένα παλαιοπωλείο όπου "μονομάχησαν" για την ίδια πορσελάνινη κούκλα. Τελικά υποχώρησε για χάρη της επιβλητικής μελαχρινής με την προϋπόθεση να την κεράσει ένα καφέ στην Πλάκα. Αυτή η γνωριμία απεδείχθη τελικά σημαδιακή. Η Σουζάνα ήταν κατασταλαγμένη , διακριτική, μορφωμένη, αξιοπρεπής και οι παλιομοδίτικες αρχές της του κέντριζαν το ενδιαφέρον. Του θύμιζε λίγο την πολυαγαπημένη του γιαγιά ή όπως τουλάχιστον θα ήταν ή γιαγιά του στα νιάτα της. Και το κυριότερο τον φλέρταρε διακριτικά χωρίς να έχει πρόθεση να τον "τυλίξει" ή να τον ρίξει στο κρεβάτι. Με τον καιρό άρχισαν να ξετυλίγονται και άλλες πτυχές του χαρακτήρα της, ήταν προστατευτική μαζί του, πάντα πρόθυμη για νέες εμπειρίες και του κάλυπτε όλες τις ανάγκες του πριν καν τις εκδηλώσει. Ακόμη και όταν τον έπιαναν οι κρίσεις ανασφάλειας για τα επαγγελματικά του η Σουζάνα σαν μοναδική φίλη τον ενθάρρυνε και του εκδήλωνε την πίστη της σε αυτόν. Μετά από ένα χρόνο αν και δεν είχαν ολοκληρώσει την σχέση τους αποφάσισε να της κάνει πρόταση γάμου και για καλή του τύχη δέχτηκε.

Εκείνη την μέρα η Σουζάνα ήταν Παπάγου για να επισκεφτεί τον πατέρας της. Ο Λάζαρος άνοιξε δισταχτικά την ντουλάπα της και έβγαλε την τουίντ γκρι φούστα της, ένα ολομέταξο λευκό πουκάμισο και ένα ζευγάρι δαντελωτά σομόν εσώρουχα της Σουζάνας. Γδύθηκε και φόρεσε αργά και προσεχτικά τα ρούχα της γυναίκας του. Άρχισε να νιώθει την ίδια ερωτική έξαψη όπως και παλαιότερα όταν μια μέρα η Emilie τον έντυσε στην πλάκα γυναίκα. Μόλις τελείωσε κοιτάχθηκε με ηδυπάθεια στον ολόσωμο καθρέφτη Όχι δεν ήταν έτοιμος γιατί "μια κομψή κυρία δε βγαίνει ποτέ χωρίς μακιγιάζ από το σπίτι" όπως έλεγε πάντα η γιαγιά Περσεφόνη. Άπλωσε λίγη μπλε σκιά στα μάτια του λίγη μάσκαρα και ρουζ και την ώρα που φορούσε το κατακόκκινο κραγιόν στα χείλη του άκουσε τα κλειδιά στην πόρτα...

Σουζάνα (μέρος 2)-Σαν δύο πορσελάνινες κούκλες

Η Σουζάνα λάτρευε τις πορσελάνινες κούκλες. Από μικρή κάθε φορά που πήγαιναν στο σπίτι της Θείας Ευτέρπης, της αδελφής του Ταξιάρχου και Χήρα Ναυάρχου χάζευε τη συλλογή από κούκλες της... Ασφαλώς και η Θεία Ευτέρπη απαγόρευε στη μικρή Σουζάνα να παίζει με τις κούκλες, παρά μόνο καμιά φορά την άφηνε να την κοιτάει όταν τις ξεσκόνιζε. Η όλη διαδικασία ήταν σαν ιεροτελεστία, αρχικά άπλωνε μια καθαρή κουβέρτα στο πάτωμα και τοποθετούσε ευλαβικά τη μία κούκλα μετά την άλλη, κατά σειρά παλαιότητας. Αφού καθάριζε την ξύλινη προθήκη, έπαιρνε μία μία τις κούκλες, τις ξεσκόνιζε προσεχτικά και τις τοποθετούσε ακριβώς από εκεί που τις είχε πάρει. Στη αρχή δεν επέτρεπε τη Σουζάνα να συμμετέχει στο ξεσκόνισμα παρά μόνο την ρωτούσε τη θέση της κάθε κούκλας και την διόρθωνε όταν έκανε λάθος. Μεγαλώνοντας όμως η θεία Ευτέρπη άρχισε να εμφανίζει τα πρώτα συμπτώματα Πάρκινσον και μόνο όταν τα δεν μπορούσε να κρατήσει πια σταθερά τα χέρια της άρχισε να αφήνει τη Σουζάνα να τη βοηθάει.

Ίσως ήταν η ομορφιά και η ποικιλία της συλλογής της θείας Ευτέρπης, ίσως ήταν το αίσθημα ικανοποίησης που Ένιωθε η μικρή Σουζάνα που κάποιος της εμπιστευόταν ένα τόσο βαρυσήμαντο έργο , σιγά σιγά άρχισε να αποκτάει και αυτή ένα πάθος για τις πορσελάνινες κούκλες. η πρώτη κούκλα που αγόρασε ήταν μια γερμανική πορσελάνινη αντικέ κούκλα του 1856 με ξανθά μαλλιά και λευκό φόρεμα από μουσελίνα με ασορτί ομπρελίνο. Την ονόμασε Μισέλ Ακόμη και μετά από χρόνια θυμόταν το ρίγος που ένιωσε όταν ακούμπησε το παγωμένο πρόσωπο της για πρώτη φορά. Σχεδόν ντροπιασμένη από την ηδονή που ένιωσε τράβηξε απότομα το δάχτυλό της το κρυψε στο μάλλινο παλτό της και ψέλλισε λιγωμένα στον πωλητή:"Την αγοράζω..." όταν γύρισε σπίτι την τοποθέτησε σε περίοπτη θέση και τη χάζευε για ώρες. Η Μισέλ ήταν η πρώτη που έμαθε για τα καμώματα της Αλεξάνδρας και το ατύχημα του πατέρα της Σουζάνας και ότι συνέβαινε στο σπίτι της οικογένειας Γραμματικού

Όταν πέθανε η θεία Ευτέρπη , η Σουζάνα κληρονόμησε τη συλλογή από τις πορσελάνινες κούκλες και την αγάπησε και την φρόντισε σαν δικιά της. Η συλλογή τοποθετήθηκε στη ραφιέρα, με τη Μισέλ πάντα να δεσπόζει στο κέντρο. Τακτικά επισκεπτόταν τα παλαιοπωλεία της περιοχής προς εύρεση καινούργιων θησαυρών. Εκεί γνώρισε και τον πρώτο της σύζυγο τον Λάζαρο. Το κοινό τους πάθος για τις αντικέ κούκλες τους ένωσε Ήταν η πρώτη φορά που ένας άντρας της κινούσε το ενδιαφέρον μάλιστα ένας τόσο ευγενικός και διακριτικός τζέντλεμαν. Πήγαιναν για μακρινούς περιπάτους, συζητούσαν επί ώρες, έκαναν εξορμήσεις στους γύρω οικισμούς. η Σουζάνα ήταν ενθουσιασμένη Ο Λάζαρος ήταν τόσο εκλεπτυσμένος, καλοντυμένος, μορφωμένος και ένιωθε ότι επιτέλους βρήκε έναν άντρα επάξιο της δικιάς της ποιότητας. Έναν άντρα που δεν την έβλεπε σαρκικά και μόνο και θαύμαζε το χαρακτήρα της, που δεν τη στριμώχνει στις σκοτεινές γωνίες και της ζητούσε προστυχιές, όπως συνήθιζαν άλλωστε τόσοι συνομήλικοι της. Για αυτό και δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση γάμου που της έκανε μετά από 1 χρόνο από την σημαδιακή γνωριμίας τους. Της προσέφερε μία κούκλα με εβένινα μαλλιά και ντυμένη με ένα υπέροχο ολομέταξο νυφικό της δεκαετίας του '20. Η συγκινημένη Σουζάνα παραμέρισε τη Μισέλ και τοποθέτησε τη "Νύφη" στη θέση της.

Τη νύχτα του γάμου η Σουζάνα είχε ανάμεικτα συναισθήματα Είχε κάποια φλερτ παλαιότερα και παρά την ψυχρή, αυστηρή ομορφιά της αρκετά συχνά εισέπραττε επιφωνήματα και εκδηλώσεις θαυμασμού Όλα όμως ήταν ανολοκλήρωτα γιατί μέχρις στιγμής δεν είχε νιώσει κάποιο σκίρτημα έρωτα που θα την έκανε να υπερβεί τους ενδοιασμούς και τη συστολή της. Εκείνο το βράδυ το πήρε απόφαση να ενδώσει στο τρυφερό και γεμάτο κατανόηση Λάζαρο. Ήταν ήδη 26 ετών... Μετά το γλέντι όταν πλαγιασαν στη συζυγική κλίνη έσφιξε τα μάτια της και περίμενε. Μετά από 10 λεπτά άκουσε το Λάζαρο να ροχαλίζει ελαφριά Αναστέναξε ανακουφισμένη και γύρισε από το άλλο πλευρό. Όταν μετά από 15 συνεχείς νύχτες συνεχίστηκε το ίδιο σκηνικό άρχισε να αναρωτιέται μήπως κάτι δεν πάει καλά....

Σουζάνα (μέρος 1)

Η Σουζάνα Γραμματικού ήταν ομολογουμένως μια κομψή κυρία. Παρα τα 60 της χρόνια ήταν καλοδιατηρημένη. Αν και στις κοινές παρέες επέμενε ότι ήταν μόλις 57. "το '51 γεννηθείσα παρακαλώ" τιτίβιζε δήθεν θιγμένη. Ψηλή, λιγνή, με μακριά αδύνατα νευρώδη δάχτυλα, αδρά χαρακτηριστικά και αυστηρά πιασμένα μαλλιά προς τα πίσω, θύμιζε κάτι μεταξύ Γκλέν Κλόουζ και Σουλης Σαμπάχ. Η Σουζάνα έτρεφε μια ειδεχθή αντιπάθεια στις ένθερμες εκδηλώσεις οικειότητας και στην σωματική επαφή μεταξύ ανθρώπων. Αν την ακουμπούσες πάγωνε και σε κοιτούσε με βλέμμα υπεροπτικό, αναμεμιγμένο με απέχθεια και τρόμο. Για χειραψίες η ασπασμούς στις παρειές... ούτε λόγος. Κατά καιρούς δήλωνε ότι είναι μικροβιοφοβική και υποχόνδρια απλά και μόνο για να αποφύγει κάθε είδους σωματική επαφή. Γνωστοί και φίλοι ανέχονταν τις ιδιοτροπίες καθότι η Σουζάνα διέθετε ευρεία μόρφωση , ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη και συζητήσιμη Άλλωστε η Γαλλική Παιδεία που απλόχερα της πρόσφεραν οι καλόγριες στο Saint Joseph δεν της άφηνε περιθώρια να ναι αγενής η ακατάδεχτη. Ένα από τα μεγάλα ατού που την έκαναν ακόμη πιο αγαπητή στις παρέες ήταν το πανέμορφο νεοκλασικό σπίτι της- προικώων πάντα ανοιχτό και φιλόξενο σε συναθροίσεις...

Όταν ήταν μικρότερη η Σουζάνα αρκετά συχνά το σπίτι τους ήταν γεμάτο επισκέπτες. Αξιωματικοί, υπουργοί, βουλευτές, δέχονταν την φιλοξενία του ζεύγους Γραμματικού. Ο ταξίαρχος Γραμματικός ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής καθότι είχε υπηρετήσει το '40 και στη συνέχεια ξεπάστρεψε αρκετούς κομμουνιστας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Μια ατυχής συγκυρία τον άφησε ελαφρώς παράλυτο από το δεξί πόδι και με μια σχετική σεξουαλική δυσλειτουργία, κάτι που δεν φαινόταν να πειράζει τη Σύζυγο του Ταξίαρχου, Αλεξάνδρα Βαλάση, καθώς έβρισκε παρηγοριά στους νεαρούς φαντάρους που αρκετά συχνά ερχόντουσαν στο νεοκλασικό για να αφήσουν τα ψώνια που είχε παραγγείλει ο Ταξίαρχος...

Από μικρή η Σουζάνα ζήλευε τη μάνα της, τα μακριά καστανόξανθα μαλλιά της, τις αφράτες καμπύλες της, τα λεπτεπίλεπτα χαρακτηριστικά της, το μυρωδάτο, λευκό δέρμα της. Η άτυχη έμοιαζε στον ξερακιανό μελαχρινό πατέρας της και δεν κληρονόμησε ούτε δείγμα από την διάχυτη θηλυκότητα της Αλεξάνδρας. Οταν ήταν 15 ετών η Σουζάνα είχε πιάσει επαυτοφόρω τη μάνα της να χαριεντίζεται με έναν γεροδεμένο φαντάρο από τα Μέγαρα στην αποθήκη. Το σοκ ήταν τόσο μεγάλο που από τότε άρχισε να τρέφει μια αδικαιολόγητα μεγάλη αντιπάθεια για τη μητέρα της που κορυφώθηκε όταν αυτή τους παράτησε μετά από 3 χρόνια για έναν νεαρό ανερχόμενο ηθοποιό. Ο ταξίαρχος, που μέχρι τότε είχε γίνει πλέον Στρατηγός, έπεσε σε κατάθλιψη, αποχώρησε από το στρατό και αφοσιώθηκε στη μελέτη της ετυμολογίας της στρατιωτικής ορολογίας και το ψάρεμα.